Σχολιάζοντας μια φράση του Στέλιου Ράμφου. Ιωάννης Παπαδόπουλος. (19 2 2019).

— «Δεν βλέπω φώς…»
— «Να το φτιάξεις!»

Αυτό το λιτό δίστιχο το διατύπωσε πριν από δύο περίπου χρόνια ο σπουδαίος μας διανοητής Στέλιος Ράμφος. Έξι λεξούλες που συμπυκνώνουν βαθύ νόημα και αποτυπώνουν σημειολογικά ένα από τα πάγια και θεμελιώδη προβλήματα τής σύγχρονης Ελλάδος. Την ακινησία της μέσα στο ρου τής Ιστορίας.

Πόσοι άραγε αναζητούν να φτιάξουν ή να συντελέσουν έμπρακτα στο να φτιαχτεί «φώς» σε αυτόν τον, κατά τα άλλα, ηλιόλουστο τόπο; Μη το ψάχνετε∙ ελάχιστοι
.

Δεν θα δικάσουμε κανέναν εδώ. Είναι συλλογική η ευθύνη για το συγκεκριμένο εθνικό έλλειμμα. Και η αιτία είναι εύκολο να διαγνωστεί:
Είναι η Ελλαδική μας κουλτούρα που δεν εμπεριέχει αυτόν τον δημιουργικό τρόπο αντιμετώπισης τής συλλογικής ζωής. Για την ακρίβεια, δεν εμπεριέχει κανέναν δημιουργικό τρόπο, μιας και είναι κυρίως κουλτούρα αναζήτησης τού έτοιμου -και εύκολου- δρόμου. Είμαστε κοινωνία αναζήτησης δικαιωμάτων και αποστροφής προς τις υποχρεώσεις.

Παραδοσιακά, μονίμως αναζητάμε έναν μυστικό χάρτη με την έτοιμη διαδρομή προς κάποιο κρυμμένο θησαυρό του οποίου (προφανώς κάποιοι άλλοι…) δήθεν αποθησαύρισαν τα πλούτη -αδιάφορα πώς- φυλάσσοντάς τον για εμάς.
Σύμφωνα με αυτή την εθνική μας αυταπάτη, η ζωή θεωρείται ένα πεδίο ήδη «προ-απονεμημένων» δικαιωμάτων για εξασφαλισμένη ευημερία τής οποίας είμαστε εκ γενετής δικαιούχοι. Και όταν τα πράγματα δεν πάνε όσο ρόδινα θεωρούμε ότι μάς οφειλόταν, δεν κοιτάμε πώς εμείς θα τα βελτιώσουμε αλλά αναζητούμε τον φταίχτη που μας αποστέρησε τα μυρωδάτα ρόδα.

Για τη πλειονότητα των ανθρώπων, ψυχολογικά μέσα τους, η ευημερία λογίζεται ως πάγιο δικαίωμα. Πρόκειται βέβαια για μία τεράστια καταστροφική πλάνη, καθότι η ευημερία είναι απλώς μία *δυνατότητα*, ένας στόχος, μία επιδίωξη. Για να έχεις όμως την ευκαιρία να τη βιώσεις, πρώτα πρέπει να την κατακτήσεις με τη προσπάθειά σου (παρ’ εκτός και αν είσαι απλά πολύ τυχερός), κυρίως εν μέσω τής συλλογικής προόδου, ενώ και η διατήρησή της απαιτεί συνεχή μέριμνα και κόπο.

Η πλάνη αυτή είναι κυρίως ψυχολογική, καθότι συντελείται ως επί το πλείστον στο υποσυνείδητο. Και μιας και το γενικό πνεύμα κουλτούρας και παιδείας μας δεν προάγει την αυτοπαρατήρηση και την αυτογνωσία, σπανίως συνειδητοποιείται ως τέτοια, οπότε η πλάνη συνεχίζει να τρέφεται εκεί ανενόχλητη. Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους δεν θα το εκφράσουν ποτέ άμεσα πως θεωρούν την ευημερία δικαίωμα, όμως ούτε θα τους ακούσεις να λεν ότι είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να μοχθήσουν. Απεναντίας, θα έχουν να πούν πολλά αφηγήματα για το ποιοι (άλλοι) μονάχα φταίνε που η ευημερία δεν δηλώνει παρούσα.

Η ζωή ποτέ δεν ήταν εύκολη, παρ’ εκτός αν ήσουν βασιλιάς ή κάτι αντίστοιχο. Ανέκαθεν το πλαίσιό της ήταν κυρίως μόχθος, πόνος και αγωνίες. Δεν χρειάζεται καν να επιχειρηματολογήσουμε για αυτό∙ όποιο κεφάλαιο τής Ιστορίας και αν τυχόν διαβάσει κανείς, καθίσταται αμέσως αυταπόδεικτο. Παραδόξως όμως οι σύγχρονοι Έλληνες θεωρούσαν -και θεωρούν- ότι ο βίος είναι από μόνος του ένα πεδίο δεδομένης ευδαιμονίας και ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις είναι το πάγιο σημείο εκκίνησης και αναφοράς του. Μέχρις ότου πέσαμε στο βαθύ πηγάδι και καταλάβαμε ότι μάλλον δεν είναι έτσι.
Όντως το καταλάβαμε;
Δεν νομίζω…

Είμαστε ένα έθνος που στάση ζωής μας είναι η διαμαρτυρία, το παράπονο, ο θυμός για κάποιους και για ό,τι δεν έχουμε ή χάσαμε. Για όσα νιώθουμε πως μας λείπουν, κυριαρχεί το ψυχολογικό δόγμα ότι λείπουν επειδή κάποιος μας τα αποστέρησε. Ότι, «κανονικά», είμασταν εκ προοιμίου τιτλούχοι τους και θα έπρεπε να τα έχουμε σε πλεόνασμα, αν κάποιες κακόβουλες δυνάμεις δεν διατάρασσαν αδίκως αυτή τη «φυσική νομοτέλεια».

Αν δεν βλέπεις φώς, μη ψάχνεις ποιος θα στο φέρει έτοιμο.
Να το φτιάξεις εσύ!

Μόνο έτσι προχωράει δημιουργικά ο κόσμος. Αλλιώς, μαραζώνεις και αφανίζεσαι, διότι κάποιοι άλλοι, παραδίπλα, θα νοιαστούν να το κάνουν εκείνοι για δικό τους όμως λογαριασμό∙ και όταν πια το πετύχουν, εσύ δίπλα τους θα μοιάζεις ανύπαρκτος.

Εάν είναι να ξαναδούμε ποτέ εθνικό φώς, θα πρέπει απαραιτήτως να το φτιάξουμε∙ και να το φτιάξουμε ΕΜΕΙΣ, μόνοι μας∙ να καλλιεργήσουμε τις προϋποθέσεις για τη γέννηση και διατήρηση τής φλόγας του. Ο τόπος μας σκοτείνιασε όχι επειδή κάποιο περαστικό σύννεφο έκρυψε παροδικά τον ήλιο, οπότε κάνοντας υπομονή ο αέρας θα φυσήξει το σύννεφο μακριά και το φως θα ξαναλάμψει. Σκοτείνιασε διότι αφεθήκαμε να παρασύρει το σκαρί μας ο άνεμος τής απερισκεψίας και μας ξέβγαλε σε σκοτεινιασμένους κόσμους πάνω σε ξερά βράχια.

Για να βγούμε από αυτή τη σκοτεινιά που μας πνίγει, για να φτιάξουμε αυτό το φώς, δύο είναι τα πιο κρίσιμα βήματα : «Επίγνωση Καταστάσεως» και, «Ανάληψη Δημιουργικής Ευθύνης». Ούτε γκρίνιες, ούτε κακοί εχθροί, ούτε κρυμμένοι θησαυροί και καλοί μεσσίες, που όλα τους αναδύουν οσμή συνειδησιακής παρακμής.
Μόνο έτσι φτιάχνεται «Φώς». Ατυχώς, αυτά τα βήματα έχουν εκλείψει ως κουλτούρα από το εθνικό μας γίγνεσθαι, καθιστώντας την απόδραση ακόμα δυσκολότερη.

Η λέξη «Φώς», σε αυτό το δίστιχο, έχει και έναν επιπλέον συμβολισμό υψηλής αξίας και έμπνευσης .
Το φώς έχει μία πολύ ξεχωριστή ιδιότητα: Από τη φύση του δεν μπορεί να γεννηθεί πολωμένο, οπότε εκπέμπεται προς κάθε κατεύθυνση, ακτινοβολώντας παντού και φωτίζοντας αδιακρίτως τούς πάντες!

Και όταν παραπονιόμαστε λέγοντας «Δε βλέπω φως», κατα κύριο λόγο το εννοούμε για τα δημόσια πράγματα, για το περιβάλλον τής κοινής μας ζωής. Οπότε αυτό που αποτελεί πρόκληση να φτιάξουμε, για να έχει χρήσιμο νόημα, αφορά σε ό,τι θα αποδώσει ένα συλλογικό ξημέρωμα που θα φεγγοβολήσει παντού.

Έτσι, όταν φτιάχνεις κάτι που σημειολογικά ισοδυναμεί με φώς, τότε ωφελείται υποχρεωτικά το σύνολο. Αυτό, στη μίζερη Ελλάδα τής διχαστικής αντιπαλότητας, τού ατομικού συμφέροντος, τού φατριασμού, τής κατσίκας τού γείτονα, συνιστά από μόνο του μία σπουδαία συνειδησιακή επανάσταση!

Διότι σε ένα τοπίο κατάφωτο από ένα τέτοιο δημιουργικό πνεύμα συλλογικότητας, ωφελούμαστε διπλά: Καί άμεσα από αυτό που εμείς παράγουμε, κυρίως όμως με έμμεσο τρόπο: μέσω της ωφέλειας που αντανακλάται πίσω καί σε εμάς από τη συνολική βελτίωση του περιβάλλοντος ζωής μας.

Προς ώρας εξακολουθούμε ακόμα να αναζητάμε το «κρυμμένο» φώς που τάχα μας περιμένει σε κάποιο ξεχασμένο σεντούκι να βγει να μας αγκαλιάσει επειδή «έτσι»∙ επειδή μας το χρωστά η μοίρα… Μας διέφυγε όμως κάτι σημαντικό: Ότι το φως δεν αποθηκεύεται. Το φώς παράγεται μονάχα «εδώ και τώρα». Ή λοιπόν ξέρεις να το παράγεις και το κάνεις σταθερά, ή αλλιώς βυθίζεσαι στα σκοτάδια τής ακινησίας.

Και για χάρη αυτής τής πλάνης, τού έτοιμου (όμως ανύπαρκτου) φωτός, παραδώσαμε τις ζωές μας σαν λευκή επιταγή σε ανθρώπους παρτάλια τής δημόσιάς ζωής μας. Σε ό,τι πιο χαμηλό και κούφιο υπήρχε εκεί έξω, καθιστώντας το ηγεσία. Αλλά όταν επιλέξεις να σε καθοδηγεί το χαμηλό, το σκουπίδι, ανάλογος θα καταλήξει και ο προορισμός σου. Ένας τόπος ζοφερός δυσώδης και ανήλιος, όπου οι δυνάμεις τής αποσύνθεσης αποδιαλύουν την σύνθετη πολιτισμική ύλη σε ακατέργαστο πρωτογενές υλικό,
Εκεί βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα. Σε τροχιά πολιτισμικής παρακμής και ψυχοσωματικής αποσύνθεσης, ανέμπνευστη, ασύνειδη, παραιτημένη και αφημένη στο ευτελές.

Αν δεν βλέπεις, φώς, τότε να το φτιάξεις!

Κι αν δεν ξέρεις πώς, ψάξε με σύνεση να εντοπίσεις εκείνους που ξέρουν. Όχι κάποιους που απλώς «θα σε διαβεβαιώσουν ότι ξέρουν», αλλά εκείνους που σου δείχνουν εμπράκτως τον τρόπο και μπορούν ίσως να τον διδαξουν, που ήδη κρατάνε στο χέρι έναν πυρσό με σπινθηρίζον φως και σε προσκαλούν σε μία διαδρομή εξόδου από τα σκοτάδια, προειδοποιώντας σε για τις δυσκολίες. Γιατί όποιος σου υπόσχεται ξανά άκοπους πανηγυρικούς δρόμους κρατώντας ένα φαναράκι μπαταρίας, είναι ένας ακόμα βλάξ ή απατεώνας που νοιάζεται να εκμεταλλευτεί το συναίσθημα και την αγωνία σου.

Η χώρα μας βρίσκεται σε ένα ιστορικής σημασίας σταυροδρόμι επιβίωσης: Ή φτιάχνουμε επειγόντως το δημιουργικό φώς να μας φωτίζει διαδρομή μέλλοντος ή, συνεχίζουμε ως έχει, έρμαια στις τρέχουσες δυνάμεις παρακμής, έως την ολοκλήρωση τής εθνικής μας αποσύνθεσης. Και αυτό δεν είναι απλώς σχήμα λόγου∙ συντελείται ήδη, κάτω από τη μύτη μας.

2 thoughts on “Σχολιάζοντας μια φράση του Στέλιου Ράμφου. Ιωάννης Παπαδόπουλος. (19 2 2019).

  1. Ο Έλληνας φτιάχνει τα πάντα από το τίποτα. Είναι άδικο να τον κατηγορούμε γι’ αυτό, γιατί το αποδεικνύει αιώνες τώρα. Δύο είναι οι αδυναμίες του: δεν λειτουργεί σε ομάδα και, όταν βρίσκεται στη χώρα του, μετατρέπεται σε σκουπίδι, ενώ στο εξωτερικό διαπρέπει. Αυτά είναι τα προβλήματά μας.

    Μου αρέσει!

    • Αγαπητέ Νίκο
      Δεν κατηγορούμε κανέναν όπως και εσύ έτσι και εμείς ψάχνουμε να βρούμε τα αίτια που τον κάνουν να είναι στη χώρα του σκουπίδι και δημιουργικό στο εξωτερικό όπως πολύ σωστά λες. Η τόσο υπερήφανο για το παρελθόν του με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται να κάνει τίποτε για τι μέλλον του και να σέρνεται περιμένοντας κάτι να αλλάξει από μόνο του χωρίς αυτός να κάνει τίποτε. Η επιστημονική έρευνα έχει καταλήξει στα εξής συμπεράσματα.

      Αναφέρει σχετικά ο Στέλιος Ράμφος σε μια συζήτηση: «Τον 7ο αιώνα στο Βυζάντιο λόγω στρατιωτικών περιπετειών αρνητικών φυσικών συνθηκών αλλά κυρίως λόγω επιδημιών οι πόλεις οδηγήθηκαν περίπου σε ολική καταστροφή στις περιοχές της τότε Αυτοκρατορίας και όχι μόνο. Καταστράφηκαν όλες οι πόλεις πλην της Κωνσταντινούπολης η οποία όμως έχασε τα 4/5 του πληθυσμού της.

      Αφού καταστράφηκαν οι πόλεις χρειάστηκε να περάσει μια περίοδος τριών και πλέον αιώνων για να φτάσει τον 10ο έως 11ο αιώνα η αναβίωση των πόλεων. Τον 11ο με 12ο αιώνα άρχισε μία βελτίωση και με την παρουσία μικροαστικών στοιχείων τεχνιτών κλπ άρχισε η πόλις να παίρνει μπρος. Όμως οι νέες πόλεις που δημιουργήθηκαν δεν θύμιζαν σε τίποτε τις πόλεις της ύστερης Αρχαιότητος δηλαδή τις πόλεις μέχρι τα χρόνια του Ιουστινιανού και του Ηρακλείου περι τον 6ο αρχές 7ου, αιώνος και δεν θύμιζαν επίσης σε τίποτε τις Ιταλικές πόλεις εκείνης της εποχής δηλαδή του 10ου 11ου και 12ου αιώνος.

      Οι Ιταλικές πόλεις είχανε δημόσια κέντρα, ήτανε ρυμοτομημένες, είχανε πλατείες, γύρω στις πλατείες ήτανε το ανάκτορο, ο καθεδρικός ναός, ορισμένα γειτονικά κτίρια, που αποτελούσαν τόσο το αναπνευστικό σύστημα της πόλης, όσο και της πολιτικής ζωής.

      Οι πόλεις που αναβίωσαν την περίοδο 10ου 11ου αιώνος ήταν σπίτια και καταστήματα κακοχτισμένα, και στριμωγμένα σε διάφορα λαβυρινθώδη στενοσόκακα, και τα οποία δεν θύμιζαν καθόλου σε τίποτε τις παλιές Βυζαντινές και Ελληνορωμαϊκές πόλεις.

      Η ζωή τους ήτανε διασπασμένη σε γειτονιές, κάθε μία γύρω από μια τοπική εκκλησούλα, και βεβαίως, θέατρα δημόσιοι χώροι, αίθουσες συνελεύσεων, κλπ, δεν υφίσταντο. Δηλαδή κυριαρχούσε μία απολύτως ιδιωτική πλευρά της ζωής. Η κοινωνική δράση την περίοδο εκείνη περιοριζόταν σε κλειστούς χώρους, ήτανε κάτι μεταξύ του ενοριακού ναού, και των περιστασιακών ζωοεμποροπανηγύρεων.

      Αυτό περίπου ήτανε το κλίμα. Αντιθέτως ιδιωτικά παρεκκλήσια πλήθαιναν συνεχώς, και μαζί με τα ιδιωτικά παρεκκλήσια και οι ιδιωτικές πλέον τελετές. Δηλαδή είχαμε μια μετακίνηση από το κέντρο του εκκλησιαστικού, σε οικογενειακές εκκλησούλες . Μυστήρια βαπτίσεις γάμοι κλπ γίνονταν εκεί. Θέλω να πω ότι αυτό το στοιχείο η έμφαση στην ιδιωτική πλευρά της ζωής, αντιστοιχούσε βεβαίως σε ορισμένα συναισθήματα.
      Άλλη η ανοιχτότητα μιας πόλεως και του δημοσίου βίου, και άλλη η κλεισούρα μιας τέτοιας συνθήκης.
      Η κλεισούρα είχε ένα πρώτο χαρακτηριστικό γνώρισμα, την ανάπτυξη συναισθημάτων δυσπιστίας.
      Ένας σημαντικός συγγραφέας του 11ου αιώνος ο Κεκαυμένος ας πούμε, λέει, προς Θεού μην καλέσεις άνθρωπο μέσα στο σπίτι, να προσέξεις πρέπει να κρύψεις τη γυναίκα η τα κορίτσια γιατί θα τα πάρει, μη τολμήσεις να εμπιστευθείς κανέναν.

      Η δυσπιστία άρχισε να παίρνει διαστάσεις από τότε, και το λέω γιατί ξέρουμε εμείς πόσο βαρύ στοιχείο της σημερινής ελληνικής ζωής, πόσο βαρύ χαρακτηριστικό είναι η έντονη δυσπιστία που έχουμε γενικώς μεταξύ μας.

      Γενικώς θα έλεγε κανείς ότι χάθηκε η μάχη της πόλεως και της ζωής της, εκείνο τον καιρό έχασε ο ελληνισμός τότε, όποιος ήταν, τη μάχη της πόλεως.

      Το αποτέλεσμα ήταν ότι είχαμε στην ελληνική ας πούμε, στις νοοτροπίες, και τις συμπεριφορές, είχαμε στοιχεία τα οποία δεν υπήρχαν πριν, και όπου αυτό το καθοριστικό στοιχείο δηλαδή του ιδιωτικού, μη πολιτικού χαρακτήρος κυριάρχησε, και μετά βεβαίως, τον 11o 12ο 13ο αιώνα, διότι όπως είπαμε οι πόλεις ήταν σε κακή κατάσταση, και μπόρεσε να περάσει με άνεση στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η ίδια συνθήκη, και οι μόνες προσπάθειες που κατεβλήθησαν μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους ήταν από τους ξένους αρχιτέκτονες Ziller, Hansen, κτλ, οι οποίοι προσπάθησαν να δώσουν εικόνα πόλεων πλέον, όπου ήταν δυνατόν να δώσουν, χωρίς τελικά να καταφέρουν τον ιδιωτικό χαρακτήρα της ζωής να τον ανατρέψουν, και έτσι περάσαμε ας πούμε, σε μια συνθήκη ιδιωτείας, η οποία κατ εμέ, είναι πάρα πολύ σημαντική κατάσταση, και η οποία αποτελεί για μένανε, το ιστορικό υπόβαθρο του σημερινού προβλήματος.

      Διότι στο μεν Βυζάντιο και την τουρκοκρατία η ιδιώτευση αυτή ας πούμε δημιούργησε συνεκράτησε και διαιώνισε τον τύπο του ανθρώπου της γης, τον αγρότη ας πούμε, τον απομονωμένο στον οικισμό του χωριού, με περιορισμένη κινητικότητα, τον καχύποπτο στον αγροτικό του αποκλεισμό, με πεδίο εμπιστοσύνης, το αίμα, τον τόπο, την συντεχνία, όπου αυτή υπήρχε.

      Κατά ένα παράξενο τρόπο σήμερα, το αντίστοιχο εκείνου του ανθρώπου, του άλλοτε αγρότη, είναι ο άνθρωπος του δημοσίου γραφείου, ο άνθρωπος ο στοιβαγμένος σε διαμέρισμα κοτέτσι, της σημερινής ας πούμε πολυκατοικίας, η ο κλεισμένος στο ΙΧ του, και περιπλανώμενος μαζί του, όπου βεβαίως φροντίζει και να έχει τις πολιτικές προστατευτικές διασυνδέσεις, που του εξασφαλίζουνε προνόμια, που θα τον εξυπηρετούσαν.

      Επομένως λοιπόν αυτό το στοιχείο της ιδιωτεύσεως εγώ το κρατάω πάρα πολύ, σαν στοιχείο, ας πούμε σημαντικό, προκειμένου να σκεφθούμε τον εσωτερικό μηχανισμό, μιας διαιρέσεως, η οποία οφείλεται σε μια παράξενη συνθήκη ας πούμε εσωτερικού εγκλεισμού, σε μια αδυναμία ανοίξεως στο ευρύτερο, στην ευρύτερη έννοια, εξ ου, και η αδυναμία για τον εθελοντισμό, εξ ου και η κρατολαγνεία, με τάση προς την ιδιωτική χρήση του κράτους.

      Γιατί αγαπάμε το κράτος; γιατί μας εξυπηρετεί, έχει μια ιδιωτική χρήση, και βεβαίως ας πούμε επίσης, και τα προβλήματα που έχουμε με το δημόσιο χώρο. Δεν είναι τυχαίο ότι το στοιχείο των καταπατήσεων είναι χαρακτηριστικό της σημερινής μας κοινωνίας, η απουσία κτηματολογίου δείχνει επίσης μια διάθεση άλλου τύπου διαχειρίσεως των προβλημάτων του χώρου, και εν τέλει αυτή η πραγματικότητα επάνω στην οποία βασίζεται η σημερινή κατάσταση, θυμίζει και στο πολιτικό επίπεδο και στο κοινωνικό, περασμένες εποχές.

      Θα ήθελα να πω ακριβώς ότι η σπουδή τελικά των συναισθημάτων που γεννά αυτή η ιδιώτευση, αυτή η ιδιωτεία, νομίζω είναι εκείνη που μπορεί να μας οδηγήσει με τη σειρά της σε μια κατανόηση ανθρωπολογικά βαθύτερη, του φαινομένου, της ασυνεννοησίας η οποία επικρατεί από παλιά, δηλαδή δεν είναι η ασυνεννοησία των ελληνικών αρχαίων πόλεων, που ήτανε κράτη και έριζαν φυσιολογικά μεταξύ τους, είναι μια άλλη, μια κλεισούρα η οποία οφείλεται σε ιστορικά γεγονότα, και σε αδυναμία ανατάξεως μιας κοινωνίας, η οποία έχασε για πάντα τον πολιτικό της ρυθμό, δεδομένου ότι και τα πολιτεύματα τότε είχαν μια τέτοια μονολιθικότητα, που δεν διέθεταν προϋποθέσεις για να πάμε στη Magna Charta.

      Να πάμε δηλαδή σε συμβούλιο βασιλέως βαρόνων, αυτά τα πράγματα δεν υπήρχαν, που οδήγησαν στο κοινοβούλιο αργότερα. Υπ΄ αυτήν την έννοια, νομίζω ότι αν κρατήσουμε το στοιχείο της ιδιωτείας, ως χαρακτηριστικό ας πούμε της περιγραφής μιας καταστάσεως σαν τη σημερινή, έχουμε στα χέρια μας το θετικό εκείνο στοιχείο, το οποίο προσθέτει επί πλέον σε κάτι που μέχρι τώρα ξέραμε αρνητικά.

      Τι ξέραμε αρνητικά; ξέραμε αρνητικά ότι τον 11ο 12ο αιώνα που γινότανε ας πούμε σ όλη την Ευρώπη μια εξατομικευτική προσπάθεια, δεν έγινε στην Ελλάδα, απέτυχε. Όμως το γεγονός ότι κοιτούσαμε μόνο αρνητικά, είχε μια μεγάλη αδυναμία, δεν μπορούσαμε να έχουμε στα χέρια μας ένα εργαλείο και ένα πεδίο καθαρό, το οποίο θα μας οδηγούσε πια, σε αναλυτικές δυνατότητες οι οποίες χρειάζονται.

      Νομίζω ότι με τον χαρακτηρισμό τον θετικό, του τι ανθρωπότυπο δημιούργησε η αδυναμία της εξατομικεύσεως στο Βυζάντιο, μπορούμε να έχουμε πια στα χέρια μας, το εργαλείο εκείνο που θα μας επιτρέψει, μια πιο ουσιαστική και αποτελεσματική ας πούμε ανίχνευση, του φαινομένου του νεοελληνικού χώρου.

      Εάν δεν καταλάβουμε, σε τι άνθρωπο αντιστοιχούν οι προνεωτερικές κοινωνίες, σαν τη δική μας, (διότι το φαινόμενο που περιγράφουμε δεν είναι αποκλειστικώς ελληνικό, αλλά υπάρχει στην Ελλάδα, προσοχή! και σε όλες τις προνεωτερικές κοινωνίες που δεν πέρασαν τις βάσεις της εξατομικεύσεως, δηλαδή της δημιουργίας υποκειμένου ικανού να συγκρατήσει και να υποστηρίξει συλλογικούς θεσμούς, γιαυτό είναι φυλετικά), σε τι συναισθήματα και αντιδράσεις, θα δυσκολευτούμε πάρα πολύ να καταλάβουμε, για ποιο λόγο ωρισμένες κοινωνίες που έκαναν αυτό το άλμα προς τον 12ο αιώνα και αργότερα, έχουν το προνόμιο της ιστορικής κυριαρχίας σήμερα.

      Επέμεινα στον όρο ιδιωτεία γιατί θεωρώ ότι θα είναι ωφέλιμο να τον διακρίνουμε από την ατομικότητα και τον ατομισμό. Ξαναλέω ότι στο Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος το πρόβλημα ήτανε κάποια στιγμή, ενώ όλη η Ευρώπη έμπαινε πια στην εξατομίκευση, δηλαδή δημιουργούνταν προϋποθέσεις για αυτόνομα άτομα και για θεσμούς συνολικώς, εδώ δεν επετεύχθη. Εκεί επέτυχε το άτομο. Εδώ στην ανάλυση η αιτία της παρακμής της καταρρεύσεως και αυτού του ιστορικού ερείσματος επι αιώνες, οφείλεται στο ότι δεν παίξαμε στο παιχνίδι της ατομικότητος, ανθρώπου με πρωτοβουλία, κινητικότητα, κλπ.

      Το ερώτημα είναι τι έμεινε στη θέση αυτού του αδημιούργητου πράγματος. Λέω λοιπόν πρέπει να συγκρατήσουμε την εικόνα ενός ας πούμε ιδιαιτέρου τύπου ανθρώπου τον οποίο λέμε ιδιώτη και ο οποίος γεννιέται με την κατάρρευση του πολιτικού πεδίου. Εκεί που δεν είσαι ιδιώτης, αλλά είσαι πολίτης ας πούμε, και του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι: η ακινησία, η καχυποψία, η στενότητα, και η ιδιοτέλεια, όσον αφορά τους θεσμούς. Το άτομο μπορεί να είναι δυνατό κι αρπακτικό, αλλά σέβεται θεσμούς, εξ ου και οι μεγάλες χώρες λειτουργούν έτσι.

      Ο ιδιώτης δεν μπορεί αυτό το πράγμα να το κάνει, και δεν θέλει.

      Ο ιδιώτης θέλει να καρπούται ιδιωτικά τη χρήση των θεσμών, εξ ου και η κομματοκρατία στην Ελλάδα, εξ ού και οι πελατειακές σχέσεις, εξ ού και αυτό το σύστημα στο οποίο όλοι αναφέρονται, αλλά στο οποίο δεν έχουμε βρει ακόμη το ζωτικό εκείνο σημείο και έδαφος που θα μας επιτρέψει να κάνουμε ανάλυση.

      Όχι ανάλυση του παρελθόντος, αλλά ανάλυση των μέτρων εκείνων, των πρωτοβουλιών εκείνων, που θα οδηγήσουνε σε στερεότερη ανάκαμψη και ουσιαστικές συναινέσεις. Γιατί συναίνεση δεν είναι κάτι το οποίο πρέπει να συζητάμε, είναι και κάτι που πρέπει να χτίζουμε.

      Άλλο να διαμορφώνεις, κι άλλο να ζητάς ως καλός άνθρωπος με καλές προθέσεις τη συναίνεση. Αυτό δεν έχει ενδιαφέρον. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα το Ελληνικό, που δεν είναι άλλο, από μια κοινωνία που θέλει να τρώει με δανεικά, η που θέλει να καταλαμβάνει τους κρατικούς θεσμούς και να απολαμβάνει.

      Εάν δεν προχωρήσουμε στο υποκείμενο το οποίο αναπαράγει και τροφοδοτεί αυτό το σύστημα, θα δυσκολευτούμε πάρα πολύ για το παρακάτω. Το πρόβλημα έγκειται στο να κατανοήσουμε και να μελετήσουμε αυτό το παρά φύσιν βλάστημα που λέγεται ιδιωτικότης, ως στοιχείο του Ελληνισμού και της γενικής παθολογίας, και η οποία θα πρέπει να μετατραπεί σιγά-σιγά σε ατομικότητα, με την έννοια δηλαδή του υποκειμένου του ικανού για το σύνολο.

      Γιατί μόνο το υποκείμενο μπορεί να φέρει στην πλάτη του την καθολικότητα, ο ιδιώτης ζει με τη μερικότητα, και την διαίρεση. Εάν αυτό το πράγμα κατανοηθεί πολιτικά, προχωράμε τρέχοντας. Και τότε βλέπω ότι βρίσκουν έκφραση λαϊκά στρώματα που δυσφορούν αφάνταστα και δεν βλέπουν από πουθενά λύση».

      Με εκτίμηση

      Γιώργος Θαλσσινός (διαχειριστής)

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.