Στο «Μάτι» του κυκλώνα: Σχόλιο Γιώργου Θαλασσινού.

Μία ψυχαναλυτική προσέγγιση των δεινών μας στην διαχρονική τους επικαιρότητα. (4 08 2018).

 

Μετά τον Freud αληθινό δεν είναι μόνο ότι μας περιβάλει, αλλά και ότι εσωτερικά μας αντιστέκεται. Περί το έτος 1923 ο Freud είχε καταφέρει να διαμορφώσει ένα μοντέλο του τρόπου λειτουργίας του ανθρωπίνου πνεύματος. Στο έργο του «Το συνειδητό και το ασυνείδητο» (The Ego and the Id) περιγράφει τις πνευματικές δομές ως αποτελούμενες από σχέσεις μεταξύ τριών παραγόντων, συγκεκριμένα τριών πεδίων πνευματικής λειτουργίας , του ασυνειδήτου: του Εγώ (Ως οργανωμένου και συνειδητού μέρους του ασυνειδήτου), του Υπέρ εγώ (Super ego) ως εμπεριέχοντος εικόνες οι οποίες δημιουργούν σύγχυση στο Εγώ και προωθούνται συμπιεζόμενες προς τα εκεί, και τέλος του υπολοίπου ασυνειδήτου το οποίο εμπεριέχει τις απωθημένες ανεκπλήρωτες επιθυμίες του συνειδητού Εγώ.  Αυτή του η θεώρηση τον έφερε πιο κοντά στο σύγχρονο μοντέλο αντιλήψεως του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου το οποίο αποτελείται από δυναμικές σχέσεις μεταξύ αντικειμένων τα οποία έχουν ενδοβληθεί ως εσωτερικές εικόνες.

Το 1926 επανέρχεται για να επεξεργαστεί και να βελτιώσει  την αντίληψή του για την γενεσιουργό αιτία του άγχους. Αυτή η εξέλιξη του παρέχει την δυνατότητα να προσθέσει στο ψηφιδωτό του την ψηφίδα που του έλειπε, συνθέτοντας με τον τρόπο αυτό την σύγχρονη θεωρία με την οποία κατανοούμε τις επιπτώσεις του ψυχικού τραύματος στις ημέρες μας. Όταν ένα εξαιρετικά σοβαρό εξωτερικό γεγονός προσκρούσει στην πνευματική μας οργάνωση και ισορροπία, επιφέρει μια άμεση καταστροφή των ψυχικών μας αντιστάσεων εναντίον του άγχους, και τότε η αγωνία που καταλαμβάνει το πνεύμα, προέρχεται από εσωτερικούς παράγοντες, παρά το γεγονός ότι η πρωταρχική ως γενεσιουργός αιτία του συμβάντος ήταν εξωτερική.

Όπως στη σωματική πρόσκρουση σε κάποιο συμπαγές αντικείμενο έχουμε  λύση της συνεχείας του δέρματος, έτσι και στο ψυχικό πεδίο κατά τον Freud, έχουμε ρήξη του νοητού θύλακος των αντιστάσεων του ασυνειδήτου, οι οποίες το προφυλάσσουν υπό μορφή δέρματος η ασπίδας. Επιπροσθέτως όμως έχουμε και κάτι άλλο που δεν έχουμε στην περίπτωση του υλικού δέρματος. Με την απώλεια των ψυχικών αντιστάσεων, καθώς οι απωθημένες εικόνες διαθέτουν δυναμική, όντας συνυφασμένες με τα αντίστοιχα ζοφερά αισθήματα κατά τον χρόνο της απώθησής τους, έχουμε αλληλεπιδράσεις τόσο μεταξύ των, όσο και κάθε μίας ξεχωριστά, με το εξωτερικό συμβάν. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουμε κατάρρευση στο επίπεδο του νοήματος και της σημασίας. Με τον τρόπο αυτό ο Freud αποκαλύπτει ότι έχουμε δύο αλήθειες τις οποίες μπορούμε να βιώσουμε. Την «πρακτική αλήθεια» που είναι η εξωτερική και την «ψυχική αλήθεια» που είναι η εσωτερική.

Ο Freud επίσης απαρίθμησε τα αρχέγονα  άγχη που κατά την γνώμη του μπορεί να αποτελέσουν δυνητικές τραυματικές εμπειρίες στη πορεία της ζωής, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ατομικό επίπεδο.

Αυτά είναι:

  1. Το άγχος της γέννας.
  2. Το άγχος του ευνουχισμού.
  3. Το άγχος απωλείας του λατρευτού αντικειμένου (μητρικό στήθος).
  4. Το άγχος της απώλειας αγάπης από μέρους του λατρευτού αντικειμένου.
  5. Το άγχος της απουσίας ως εκμηδένισης.

Όλα αυτά τα άγχη έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς που είναι ο αποχωρισμός, η, η απώλεια,  κάποιου προσώπου η αντικειμένου, που αισθανόμαστε τόσο σημαντικό στη ζωή μας, όσο την ίδια μας τη ζωή. Για τον λόγο αυτό τα εν λόγω άγχη φέρνουν τον άνθρωπο όλο και πιο κοντά σε μια ψυχική αναγνώριση, αυτήν, του θανάτου.

Ας παρακολουθήσουμε τις διεργασίες όπως αποτυπώνονται στις αντιδράσεις ενός βρέφους πριν την ώρα του ταΐσματος του.  Στο σωματικό επίπεδο έχουμε τα γαστρικά υγρά τα οποία ερεθίζουν τον βλεννογόνο του στομάχου και του προκαλούν πόνο. Στο ψυχικό επίπεδο όπως αποδεικνύουν οι κλινικές παρατηρήσεις έχουμε μία τρομακτική πνευματική διωκτική εικόνα, είτε δράκου, είτε κροκοδείλου, που αναγκάζει το παιδί να εκδηλωθεί σωματικά με κλάμα μια που δεν μιλάει ακόμη, για να το ακούσει η μητέρα του και να έρθει να το ταΐσει. Αφού ολοκληρώσει το φαγάκι του το στομαχάκι του ηρεμεί απ την  τοξικότητα των γαστρικών υγρών επι του βλεννογόνου, αλλά ο δράκος ως εικόνα στο μυαλό του παραμένει και το εγώ την σπρώχνει στο υπερεγώ.

Καθώς αναπτυσσόμεθα και μέχρι να φτάσουμε στο γλωσσικό στάδιο όπου μπορούμε να εκφράζουμε τις ανάγκες μας μέσω του λόγου, το υπέρ εγώ μας, ίσως έχει γεμίσει με αρκετούς δράκους και κροκόδειλους ανάλογα με το κατά πόσο αισθανόμασταν ασφαλείς η ανασφαλείς κατά την διάρκεια της αναπτύξεώς μας. Είναι οι ίδιοι οι δράκοι και οι κροκόδειλοι, οι οποίοι στις περιπτώσεις μιας μεγάλης φυσικής καταστροφής με θύματα γνωστά μας πρόσωπα, μας οδηγούν στο χάσιμο του νοήματος και της σημασίας της ζωής,  πλημμυρίζοντας το πνεύμα με διωκτικές εικόνες άγχους, καθώς οι προστατευτικές μας πνευματικές αντιστάσεις κατά του άγχους, έχουν καταστραφεί από το εξωτερικό γεγονός.

Παραθέτω κλινικό αναλυτικό επιστημονικό παράδειγμα ψυχικού τραύματος απo το βιβλίο της Caroline Garland «Understanding Trauma» προς πληρεστέρα κατανόηση των πρακτικών αποτελεσμάτων της θεωρίας των ψυχικών τραυμάτων του Freud.

Ένας επιτυχημένος αναισθησιολόγος μετά από ένα ατύχημα με μοτοσυκλέτα τραυματίζεται σοβαρά και παραμένει στην εντατική για αρκετό χρονικό διάστημα. Μετά την αποθεραπεία του όμως, και ενώ τα σωματικά του τραύματα επουλώνοντο  ό ίδιος δεν αισθανόταν καθόλου καλά. Είχε καταληφθεί από μια μελαγχολική διάθεση που έφθανε στα όρια της κατάθλιψης, καθώς το μυαλό του γυρνούσε συνέχεια γύρω από τις συνθήκες του ατυχήματος, και κολλούσε εμμονικά στις άσχημες εικόνες που το ζωντάνευαν. Δεν είχε διάθεση να οδηγήσει, δεν αισθανόταν καμία έλξη προς την κοπέλα του, και το χειρότερο, θεωρούσε τον εαυτό του, ανίκανο προς εργασία. Είχε πάρει μια τρίμηνη άδεια στη διάρκεια της οποίας είχε μείνει μέσα στο σπίτι, και μετά παρέλευση τριών μηνών δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανό να επιστρέψει στη δουλειά του.

Ήταν νευρικός μας αφηγείται η Garland, ευέξαπτος στις συνεδρίες, και ήθελε να ξέρει σε ποιό στάδιο βρισκόταν η κατάστασή του σε σχέση με τη θεραπεία, και γιατί εγώ δεν τον βοηθούσα με την γνωμάτευσή μου γύρω από το τι του συμβαίνει. Του επεσήμανα ότι καθώς και ο ίδιος ήταν γιατρός έπρεπε να γνωρίζει ότι αυτό που πρόσφερα ως ψυχολογική βοήθεια ήταν η «ομιλητική θεραπεία». Του επεσήμανα επίσης ότι είχε έρθει σε μένα επειδή ήθελε να μιλήσει για κάτι που τον απασχολούσε, και ότι και εγώ με τη σειρά μου διερωτόμουν τι μπορεί να ήταν αυτό.

Γεμάτος νευρικότητα και με έντονο βλέμμα σκεπτικισμού άρχισε με μεγάλη επιφύλαξη να μου μιλάει για τον εαυτό του. Φάνηκε ότι κατά την διάρκεια των παιδικών του χρόνων – προήρχετο από μια αγροτική οικογένεια της Ουαλίας η οποία πάλευε ατελείωτα να τα φέρει βόλτα – δεν είχε ποτέ διακοπές. Εργαζόταν πάντα για τους γονείς του στον αγρό, και εκείνοι ως αμοιβή του έβαζαν τον μισθό του σε ένα τραπεζικό λογαριασμό, για να έχει μία καλή πανεπιστημιακή μόρφωση, όταν θα μεγάλωνε όπως ήταν το όνειρο και η προτεραιότητα των γονιών του. Ο ίδιος πράγματι πήγε στο πανεπιστήμιο με το οποίο τα πήγαινε πολύ καλά, και ήταν κάτι που συνέβαλε στο να αισθάνεται και να περνάει καλά και ευχάριστα στη ζωή του.

Παρ όλο δε που αναγνώριζε ότι τα κίνητρα των γονιών του ήταν αγαθά, μέσα του είχε ένα παράπονο που μεγάλωνε μαζί του, σχετικά με το γεγονός ότι του είχαν στερήσει την ανεμελιά των παιδικών του χρόνων, όπως το έβλεπε ο ίδιος. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην εντατική όπου παρέμεινε κλινήρης με ρήξη του πνεύμονος βαριάς μορφής, πήρε πολύ στραβά ένα αστείο της προϊσταμένης, η οποία του είπε ότι, οι τραυματίες γιατροί είναι πολύ πιο παράξενοι και κάνουν περισσότερη φασαρία από τους ασθενείς που δεν είναι γιατροί. Μετά από αυτήν της τη φράση ο αναισθησιολόγος ασθενής, πίστευε ότι δεν τον πρόσεχε καθόλου η προϊσταμένη, ότι του μπέρδευε τις δοσολογίες των φαρμάκων της θεραπείας του, και τον έκανε να υποφέρει από φρικτούς πόνους.

Αιστάνθηκε τρομοκρατημένος, απελπιστικά αβοήθητος, και  πολύ εξοργισμένος. Σκέφθηκε δε, ότι αν τα έφερνε ποτέ η τύχη και είχε την ευκαιρία να έχει ως ασθενή την προϊσταμένη για κάποια χειρουργική της επέμβαση, θα της έβαζε λίγο αναισθητικό στον ορό αναισθησίας, ώστε να νοιώσει όλους τους πόνους της εγχείρησης. Στην πραγματικότητα ευχόταν να την δει νεκρή.

Η ανάλυση του ιστορικού του καθώς και των σκέψεων και των αισθημάτων σχετικά με το  ατύχημα – γιατί η φίλη του που ταξίδευε μαζί του στο πίσω αυτοκίνητο δεν του άναψε τα φλας να τον προειδοποιήσει σχετικά με την επερχόμενη καταστροφή, αφού είπε ότι την έβλεπε να έρχεται – δεν άφησε ούτε σε μένα αλλά ούτε και στο ίδιο καμία αμφιβολία, ότι εμφάνιζε δολοφονικές και επιθετικές παρορμήσεις, και προς την προϊσταμένη, αλλά και προς την φίλη του, και πίσω από αυτές, στο μακρινό παρελθόν, και προς τη μητέρα του, καθώς όλες τους έπρεπε να αναλάβουν την προστασία του, και να τον φροντίσουν καλύτερα,  και όχι να του συμπεριφερθούν έτσι άσχημα όπως και εγώ η ίδια, η οποία με το να τον περιμένω να μιλήσει και να τον ακούσω, αποτύγχανα να του παράσχω την κατάλληλη  φροντίδα. Αυτές οι σκέψεις τον είχαν τρομοκρατήσει καθώς ένας αναισθησιολόγος στη πραγματικότητα, δεν ελέγχει μόνο τον πόνο, αλλά τη ζωή και τον θάνατο επίσης.

Ο αναισθησιολόγος μας, είχε  απωθήσει την ανάμνηση αυτών των δολοφονικών παρορμήσεων αλλά είχε αποκτήσει ένα σύμπτωμα (ανικανότητα προς εργασία) η οποία μετέφερε μια αρκετά αισθητή συμβολική σημασία – απέφευγε να βάλει τον εαυτό του στη θέση αυτού, ο οποίος θα είχε τη ζωή κάποιου στα χέρια του.

Τρεις συνεδρίες αργότερα, ανακουφισμένος από τις ανακαλύψεις μας, και διασκεδάζοντας την αναγνώριση του ότι και ο ίδιος είχε ασυνείδητο – νόμιζε ότι τα συμπτώματα ανήκουν μόνο στους νευρωτικούς – επέστρεψε στην εργασία του, άρχισε να οδηγεί και πάλι, ενώ από κοινού με τη φίλη του προγραμμάτιζαν τη δημιουργία οικογένειας. Βραχυχρόνια τουλάχιστον, φάνηκε ότι τα προβλήματα είχαν επιλυθεί στο βαθμό που να επιτρέπουν την εμφάνιση της πράξης ως κίνησης.

Τι πέτυχε τελικά η τραυματική αφήγηση του αναισθησιολόγου μας στα πλαίσια της  ψυχαναλυτικής διάταξης (psychoanalytic setting);

Πέτυχε τελικά να ανασύρει το απωθημένο στο ασυνείδητο, φανταστικό, και δολοφονικό αίσθημα του αναισθησιολόγου απέναντι στη μητέρα του, αναγκάζοντας τον να το βιώσει ως τέτοιο, και να το χωρέσει μέσω της αφήγησης στο λόγο του, ο οποίος ενώνοντας τους δύο χρόνους (παρελθόν-παρόν) το έφερε στην αλήθεια του παρόντος, καταστρέφοντας με το τρόπο αυτό,  τον φανταστικό χαρακτήρα της εικόνας της ψυχικής ενέργειας, που το είχε δημιουργήσει, και μαζί με αυτήν και το σύμπτωμα.

Οι επιζήσαντες από την καταστροφική πυρκαγιά στο Μάτι, ίσως παρουσιάσουν παρόμοια μετατραυματικά στρεσογενή φαινόμενα, για τον λόγο αυτό καθίσταται αναγκαία η παροχή ψυχολογικής βοηθείας από ειδικούς άμεσα.

Και αν όλα αυτά συμβαίνουν σε ατομικό επίπεδο τότε τι μπορεί να συμβαίνει σε πολιτικό η πολιτισμικό;

Διαβάζω επιλεγμένο απόσπασμα από το νεοελληνικό επίμετρο του τελευταίου βιβλίου του Στέλιου Ράμφου «Καλώς άρχειν και άρχεσθαι» Περιδιάβαση στα Πολιτικά του Αριστοτέλους από τις εκδόσεις Αρμός το οποίο εξεδόθη τον Οκτώβριο του 2017.

» Όταν ο συμβολισμοί ησυχάζουν τα συναισθήματα, τους εμπιστευόμαστε όταν οδηγούν σε αδιέξοδα, προκαλούν την δυσπιστία και την μηδενιστική μας επιθετικότητα εναντίον των θεσμών η των ατόμων τα οποία τους ενσαρκώνουν. Η συμβολική που μεταδίδει συναισθηματική ηρεμία είναι το πολιτικώς ενδεδειγμένο ζητούμενο. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, δεν ενδιαφέρει η αυστηρή χειραγώγηση των συναισθημάτων είτε η παρορμητική τους απελευθέρωση, αλλά η μετά λόγου παρακολούθηση της αλογίας των, κάτι διόλου απλό αφού πρόκειται για ψυχικούς αυτοματισμούς με δύναμη ενστίκτου. Σκοπός δεν είναι να υποτάξουμε τα συναισθήματα είναι να τους δώσουμε μία μορφή η οποία να τα ευγενίζει όπως συμβαίνει με τα έργα τέχνης. Όταν νοιώθω απειλούμενος δεν προλαβαίνω να σκεφθώ: φοβάμαι η εξαγριώνομαι. Το ποντίκι η κατσαρίδα, το ερπετό, ο τρομοκράτης, το μνημόνιο,  δεν είναι ο ίδιος ο φόβος. Ο φόβος έχει να κάνει με τις διαστάσεις των συμβολισμών του στις ψυχές, καταπολεμείται δε εφ όσον οι εικόνες τους επανασυνδεθούν με την πραγματικότητα τους. Διαφορετικά ο φετιχισμός των φοβικών εικόνων θα διαιωνίζεται κι εκείνες θα ελλοχεύουν στην ψυχή απειλητικά, αυτοβεβαιούμενες στην επανάληψή τους. Εξου και η πολιτική σκέψη οφείλει να χρησιμοποιεί και εργαλεία ανθρωπολογικής προελεύσεως, ώστε να προσεγγίζει μαζί με τα εξωτερικά δεδομένα τις νοοτροπίες  και τις συμπεριφορές.

Εν αντιθέσει ας πούμε προς τον αρχαίο πολίτη ο οποίος ταυτιζόταν με την πόλη του, στο νεώτερο κράτος ο πολίτης μετέχει ως ελεύθερο υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με την ατομική επι πλέον ψυχολογία του. Χωρίς την πλατύτερη αυτή ματιά, κάθε ουσιαστική προσπάθεια ανατάξεως θα πνίγεται σε ένα πελώριο παλιρροϊκό κύμα, παλινορθωτικό του παρελθόντος με χαρακτηριστικά εκδικητικού ζηλωτισμού, όπως έδειξαν μεταξύ πλήθους άλλων οι περιπτώσεις του Ιωάννου Καποδίστρια, του Χαριλάου Τρικούπη, του Ελευθερίου Βενιζέλου, της μεταπολεμικής ανασυγκροτήσεως, η της Μεταπολιτεύσεως του 1974. Οι συμβολισμοί εσχατολογικής απαλλαγής από το «κακό» αργά η γρήγορα καταντούν εμμονικές πολιτικές ιδεοληψίες με κυριαρχικά συναισθηματικό στην θρησκευτική του απόχρωση περιεχόμενο.

Εν προκειμένω είναι αξιοσημείωτη η επενέργεια του φαντασιακού στοιχείο, που συνδέει υποδόρια τη σκέψη με τα ένστικτα, και τα πράγματα με τις επιθυμίες μας, διαχωρίζοντας τα από την αντικειμενική τους συνθήκη. Φαντασιακό συγκροτούν ατομικές η συλλογικές οδηγητικές αντιλήψεις, με περιεχόμενο εικόνες του ασυνειδήτου, οι οποίες υποκαθίστανται χωρίς καμία λογική στις παραστάσεις της εμπειρικής πραγματικότητος, και συν τω χρόνω υποβάλλονται σε επεξεργασία συμβολικής μεταλλάξεως. … Η εικόνα της πατρικής αυθεντίας και αρχής, η οποία στο ασυνείδητο μεταλλάσσεται σε ζοφερή αυταρχική εξουσία, εναντίον της οποίας εξεγείρονται ως έφηβοι και ως νέοι, κατά μόνας ή ομαδικά, οι οιδιπόδειοι ανέστιοι ριζοσπάστες αριστεροί, και γενικώς λαϊκιστές παντός καιρού, όλοι τους με απώτερη επιδίωξη να την καταλάβουν και να την απολαμβάνουν, μεταβαλλόμενοι από θύματα σε θύτες. Μπορεί η Μεταπολίτευση το 1974 να αποκατέστησε τη δημοκρατία, όμως το αριστερό λαϊκίστικο ρεύμα της, ανήγαγε ρητορικώς το λαό σε «θεσμό» αναγνωρίζοντας σαν δημοκρατικό ήθος την ικανοποίηση των ορέξεων του πλήθους, με ολέθρια κατάληξη την οικονομική χρεωκοπία η οποία ακολούθησε την ευφορία της ευημερίας των δανεικών, την κρίση συλλογικής παράνοιας, και την καλπάζουσα κοινωνική παρακμή.

… Μπορεί ο Μάρξ να ξεκίνησε υποβάλλοντας σε σκληρή κριτική την ιδεολογία εν ονόματι της πραγματικότητος των υλικών όρων της ζωής, ωστόσο γρήγορα με πρωτεργάτη τον ίδιο και το εσχατολογικό του «πρόγραμμα»  της αταξικής κοινωνίας, η ιδεολογία έγινε δομικό χαρακτηριστικό του κομμουνιστικού κινήματος. Η ριζοσπαστική λεγόμενη Αριστερά, είναι ένα πολιτικό ρεύμα πληγωμένων εγωισμών, το οποίο ιδεολογικώς ζητεί κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα, ταυτόχρονα όμως αναγνωρίζει στα μέλη του το δικαίωμα της ατομικής κατισχύσεως, και απολαύσεως, ότι και αν αυτό κοστίζει στους άλλους. Έτσι δίνει προβάδισμα στο χειρότερό τους εαυτό, και τους κάνει να αισθάνονται άνετα με το κυνικό ψέμα. Εάν ισχύει ο ντοστογιεφσκικός αφορισμός κατά τον οποίο, επαναστάτης είναι κάποιος που αντισταθμίζει την ψυχική του φτώχεια, και ασημαντότητα, με απύθμενες φιλοδοξίες, κατανοείται και η εγγενής ροπή του προς την εξαπάτηση. Αντλεί αυτοπεποίθηση από το ψέμα, όχι από μέσα του. Εξαιρουμένων των κοινωνικά ευαίσθητων ανθρώπων που αυτοχαρακτηρίζονται «αριστεροί» αλλά δεν ανήκουν στον «χώρο» ασχέτως αν κάποτε πέρασαν, ο επαγγελματίας αριστερός απεχθάνεται την αλήθεια, επειδή επάνω της καθρεφτίζεται το εσωτερικό του έλλειμμα,  που από μικρό παιδί έμαθε να κρύβει. Ντρέπεται για λογαριασμό του ενδόμυχα, και για να έχει συναισθηματική κάλυψη ζητεί συστηματικά καταφύγιο σε ένα δεύτερο ευπρόσωπο εαυτό, αφηρημένων  ιδεών, όπου οι συγκεκριμένοι άνθρωποι λείπουν.

Όσο για την εσωτερική  του αποδιοργάνωση που βιώνει ενοχικά, την μεταμφιέζει εξωραϊστικά σε θυμωμένη αγανάκτηση εναντίον της κοινωνικής αδικίας και διαφθοράς,  και μπορεί επι τέλους να ξεχνά τον παθολογικό εαυτό του. Η ηθική του είναι η εικόνα του. Αυτήν  ρουφά καθημερινά, αυτή αγιάζει χωρίς την παραμικρή συστολή τα ψέματα… Το παιδί παίζει για να μεγαλώσει, ο ενήλικος παίζει για να μην έχει την ευθύνη των πράξεων του, και για να του φέρονται σαν να ήταν ταλαίπωρο πλάσμα. Εξ ου, και σαν πολιτική στρατηγική επιλέγει την τακτική, δηλαδή ισχυρή δόση θεάτρου. Στην εποχή μας το πολιτικό θέατρο λέγεται επικοινωνία …και για αυτό με το ψέμα κατάσαρκα, στη δύνη των αυτοσκοπών κινήσεων, ο τακτικιστής μπορεί εύκολα να καταντήσει τυχοδιώκτης. … Ο λαϊκιστής είναι ανίκανος για έμπρακτη θετικότητα, καθώς μεταλλάσσει την  εσωτερική του αποδιοργάνωση με τις διασπαστικές προεκτάσεις, και τις περιπλοκές που προκαλεί σε ρητορεία εναντίον του «διεφθαρμένου συστήματος», προκειμένου να υποφέρει τον εαυτό του. Τέτοιες φύσεις μόνο σε καταστάσεις κρίσεως επιπλέουν. Βρίσκουν εαυτό στον κυκεώνα που με τις επιλογές τους δημιουργούν, και αναπαράγουν διαρκώς. Σε συνθήκες ομαλότητος ναυαγούν,  διότι εκεί η σχέση με τον εαυτό προϋποθέτει να εκτεθούν μέσα τους, να αναλάβουν την ευθύνη της υπάρξεώς τους, αντί να φορτώνουν σε άλλους το εσωτερικό τους κενό.

Χάος είναι το κατάλληλο πλαίσιο, που επιδοτούμενο με το πνεύμα εσχατολογικής «θρησκευτικότητος» καλλιεργεί σε κάποιους την ψευδαίσθηση μαρτύρων της δικαιοσύνης, στην οποία τα επιρρεπή σε παραμύθια ακροατήρια βρίσκουν συναισθηματικό αποκούμπι μέχρι να ξυπνήσουν. Εννοείται το είδος ενδημεί σε όλα τα απόκεντρα σημεία του πολιτικού φάσματος – θέλω να πω, άτομα με ψυχή την ομάδα – ενώ η άνθιση του, εκδηλώνεται και σαν συλλογική ασθένεια.  Όσο το «πατρικό» κράτος αυτονομείται δίκην εκτελεστικού μηχανισμού, τόσο το κόμμα απορροφά την νομοθετική και την δικαστική εξουσία εις βάρος της κοινωνίας, η οποία στην «προστατευτική» του αγκαλιά φθίνει και διαλύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι ο εθνικοσοσιαλισμός οδήγησε την Γερμανία και όχι μόνο, στον όλεθρο, και ότι στην αποσύνθεση κατέληξαν οι απανταχού καθεστωτικές εμπειρίες της κομμουνιστικής Αριστεράς, από τότε που εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας. Αυτά τα συστήματα αποδείχτηκαν καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά, επειδή οι άνθρωποι τους εύρισκαν – και όσοι επιμένουν ακόμη βρίσκουν – εαυτό, αφανίζοντας μαζί με τη ελευθερία, και όσους ηθικά στη ζωή την  εξέφραζαν.

Μοναδική τους «θετικότητα» έχουν την μανιώδη δίψα της εξουσίας, και την ανελέητη διάθεση να παραμείνουν με κάθε τρόπο και κάθε συνεργασία σ αυτήν. Ούτε να μεταλλαχτούν είναι εύκολο, διότι ακριβώς πάσχουν από μειονεξία ενοχική, οπότε αρέσκονται στους ομοίους τους, και όλοι μαζί αναπαύονται  στην επιβολή, κατά τις περιστάσεις ολοκληρωτικού χαρακτήρος, είτε κοινοβουλευτικού αυταρχισμού. Η δικαιοσύνη τους έγκειται στην κυριαρχία τους. Εξ αιτίας αυτού του ψυχοπαθολογικού εγκλωβισμού, τη θέση της πραγματικότητος καταλαμβάνει μέσα τους το φαντασιώδες, που έχει λόγο υπάρξεως την αυτοβεβαίωση. Όμως αφ ης στιγμής το «εκτός» μόνον ιδεολογικώς αναγνωρίζεται, οι πολιτικοί σχεδιασμοί γίνονται εν τέλει μπούμερανγκ, και τα καθεστώτα αυτής της ελεεινής μορφής βουλιάζουν στα ερείπια, που δημιουργεί ο μηδενισμός τους.

Ποιό είναι ειδικώτερα το ψυχολογικό υπόβαθρο του αριστερού δεσποτισμού; Η ανάγκη απολύτου ελέγχου πραγμάτων, και ει δυνατόν, πνευμάτων, ώστε να συγκαλύπτεται η διαστροφή του συστήματος και των ανθρώπων του. Όλα κρατικά, κατά βάθος σημαίνει: όλα για εκείνους οι οποίοι επικαλούνται και χρησιμοποιούν συμπλεγματικά τη δικαιοσύνη ως άλλοθι, για την προσωπική τους υστέρηση. Πιπιλούν την καραμέλα της ισότητος, και της κρατικής οικονομίας, και την κραδαίνουν εναντίον του επάρατου «νεοφιλελευθερισμού» για να μη ζητούν λογαριασμό από τον εαυτό τους, και να απολαμβάνουν ανεξέταστοι και αναπολόγητοι εν ονόματι της «λαϊκής εξουσίας». Γυρνούν την πλάτη στην ιδέα της εσωτερικής αλλαγής, διότι ακριβώς με την αποδοχή της αυτοαναιρούνται. Ενώ στην πραγματικότητα όρος της δικαιοσύνης είναι η ελευθερία, εκείνοι αντιπαραθέτουν ιδεολογικά την δικαιοσύνη στην ελευθερία για να νομιμοποιήσουν «ηθικά» τον αυταρχισμό τους.

Δικαιοσύνη χωρίς ελευθερία σημαίνει ολοκληρωτισμός. Σημαίνει μια κοινωνική οργάνωση βαθυτάτων διακρίσεων, όπου οι κρατούντες του κόμματος, ασκούν απόλυτη εξουσία επι των κρατουμένων της κοινωνίας, κάτι το οποίο αποτυπώνει γλαφυρά το αξίωμα «στον αγώνα ενωμένοι στο τραπέζι χωριστά». Το «κοινό καλό» στο οποίο ομνύουν αδιαφορεί για τις επιθυμίες και τα συναισθήματα των άλλων. Όσο αυτονομούνται η εξουσία και οι συμβολισμοί της, τόσο υπερυψώνεται η γραφειοκρατική ιεραρχία, τόσο μαραίνονται τα αισθήματα αλληλεγγύης, και αδειάζουν από θετική ενέργεια οι άνθρωποι.

Κίνδυνο να παραδοθεί σε λαϊκιστικά στοιχεία – δισεκατομμυριούχους, εθνοκάπηλους ηθοποιούς η καφενόβιους αδιάφορο – διατρέχει και η κοινοβουλευτική δημοκρατία με χαλαρά αντανακλαστικά σε περιστάσεις κοινωνικής αβεβαιότητος, ανασφαλείας, είτε οικονομικής κρίσεως. Η κρατική αρχή, ανάγεται συμβολικά από τους αντιπάλους της σε αίτιο του κακού, ενώ εκείνοι διεκδικούν ρόλο «φίλων του λαού», και συγχρόνως προσφέρουν «εχθρό», στα τρομαγμένα πλήθη που κατά βάθος δεν αντέχουν την ευθύνη τους.  Στην Ελλάδα ένα αριστερό κομματίδιο έφθασε να κυβερνήσει με ένα εθνοθρησκευτικής λαϊκής κοπής αμάγαλμα, χάρη στην επιδημία συλλογικής παράνοιας που ενέσκηψε με τη δημοσιονομική κρίση, και τα Μνημόνια, αφού προηγουμένως οι «Αγανακτισμένοι» επεχείρησαν να μηδενίσουν στις συνειδήσεις («Να καεί να καεί το μπ… η Βουλή») συλλήβδην το πολιτικό σύστημα ως «σύστημα διαπλοκής και διαφθοράς», πλήττοντας βαρύτατα τον ενωτικό συμβολισμό των αντιπροσωπευτικών κοινοβουλευτικών θεσμών, και μετατρέποντας το πολιτικό πεδίο σε αρένα. … Ο τσαλακωμένος εαυτός υψηλού ποσοστού ψηφοφόρων, έδωσε αταβιστικά χώρο στο ευχετικό παραλήρημα του «θέλω άρα υπάρχω».

Προφανώς οι ζαλισμένοι πολίτες εμπιστεύονταν μόνο τις επιθυμίες τους, διευκολύνοντας την παράδοση σε παραισθησιογόνα ιδεολογήματα, και εκλαμβάνοντας τα ψυχικά γεγονότα σαν αντικειμενικά.»

Αναλόγου τύπου ψευδαισθήσεις όπως τις αναλύει στη συνέχεια του επιμέτρου του ο Στέλιος Ράμφος, λόγω της αυτονομήσεως των συμβόλων έχουν δημιουργηθεί δυστυχώς και στον χώρο της Εκκλησίας, οι οποίες συμβάλουν έτι περαιτέρω στον εγκλωβισμό της κοινωνίας των πιστών, στο πνεύμα ενός Μεσαιωνικού προστατευτικού κοινοτικού ομαδισμού, πολύ μακριά από το μοντέλο του εξατομικευμένου ανθρώπου της  Αναγεννήσεως της Δύσης ο οποίος αντί να παίρνει ταυτότητα από την κοινότητα και από το τι θα πει ο  κόσμος, την αντλεί από την συνείδησή του, και με τον τρόπο αυτό αντίθετα από τον ομαδικό φοβικό άνθρωπο ο οποίος προσαρμόζεται στην κοινή αλήθεια ως δεδομένου κλειστού νοήματος και τρόπου ζωής, ο εξατομικευμένος άνθρωπος εξελίσσεται, δημιουργώντας, αναλαμβάνοντας παράλληλα και την ευθύνη των πράξεών του.

Μετά την σύντομη ανάλυση των ψυχικών αντιδράσεων σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο  θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι στο βαθμό που αναγνωρίζουμε την ψυχική αλήθεια του ασυνειδήτου, κατανοώντας παράλληλα ότι η λογική δεν στηρίζει απόλυτα το υποκείμενο, μας παρέχεται η δυνατότης να επιλέξουμε τρόπους, ώστε οι πράξεις μας στη ζωή να είναι μέσα στο νόημα των πραγμάτων, και όχι στα σύμβολα και στις λέξεις τους. Με τον τρόπο αυτό, ακολουθούμε την ψυχή μας στον αναβαθμό της, βιώνοντας τη ζωή μας στην ποιητική της διάσταση και όχι στην λογική διατύπωση των συμβολισμών, που κάποιοι θέλουν να μας επιβάλουν για δικό τους όφελος.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.