Γιώργου Θαλασσινού: ΑΡΧΑΙΚΗ ΜΑΤΙΑ – ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. (28 1 2020)

Γιώργου Θαλασσινού: ΑΡΧΑΙΚΗ ΜΑΤΙΑ – ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. (28 1 2020)

Για τον Σωκράτη κυρίαρχο θέμα ήταν η γνώση. Καθώς όπως υπεστήριζε αν κανείς γνωρίζει το κακό τότε το αποφεύγει και δεν το κάνει. Ο Αριστοτέλης του αντέτεινε πως αυτό δεν ίσχυε καθώς όπως έλεγε ο ίδιος οι άνθρωποι είμαστε «Μικτοί», άλλοτε κάνουμε το καλό, και άλλοτε το κακό, γνωρίζοντας την ώρα που το κάνουμε, ότι είναι κακό.

Αυτό τον «Μικτό» άνθρωπο έρχεται να αναλύσει και να διερευνήσει η ερμηνευτική επιστήμη της ψυχανάλυσης, από τη στιγμή που η στατική θεωρία του καλού και του κακού με τα απόλυτα θέσφατα των δογματικών αληθειών είτε πρόκειται για θρησκευτικές πεποιθήσεις, είτε για πολιτικές, Ναζισμός, Κομμουνισμός, αδυνατεί να αγγίξει τη διαφορετικότητα του, η οποία μπορεί να μετατρέψει έναν κανονικό λογικό άνθρωπο, σε παράλογο και δολοφονικό ανθρωπόμορφο τέρας ( Χίτλερ, Σταλιν, Μαο, κλπ)

Σοκαρισμένος όπως όλοι πιστεύω που έτυχε να διαβάσουμε το σημερινό γεγονός της εκταφής μιας νεκρής γυναίκας και την τοποθέτηση της στην είσοδο του νεκροταφείου εις περίβλεπτον θέση από ομάδα νεαρών Ρομά προσπάθησα με τις ερασιτεχνικές αλλά εις βάθος γνώσεις μου να ερμηνεύσω το φαινόμενο ψυχαναλυτικά.

Η οπτική του αρχαίου ανθρώπου διαφέρει από αυτήν του συγχρόνου. Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν ότι φεύγει μια δέσμη φωτός από τον ανθρώπινο οφθαλμό προς το αντικείμενο το οποίο κοιτάζει, στη συνέχεια το ίδιο το αντικείμενο εκλύει ένα εσωτερικό δικό του φώς, και στη συνέχεια τα δύο αυτά φώτα λούζονται από το φως το ήλιου και με τον τρόπο αυτο ο κόσμος φανερώνεται μπροστά στα μάτια μας.

Η οπτική λοιπόν στην νομίζει ότι Αρχαία Ελλάδα ήταν αυτή η εξωτερική σύμπτωσις τριών φωτεινών πηγών ενέργειας. Και για τον λόγο αυτό στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες για να μπορέσουν να συγκινηθούν οι άνθρωποι έπρεπε κάποιος να αναπαραστήσει στη φυσικότητα του ένα γεγονός, πράγμα που έκαναν οι μοιρολογίστρες π.χ. οι οποίες μαλλιοτραβιόντουσαν πάνω από έναν ξένο υποτιθέμενο νεκρό και με τον τρόπο αυτό εικονοποιούσαν, την τραγικότητα του θανάτου η οποία και επέφερε την κάθαρση στους θεατές μέσα από τη συγκίνηση που τους δημιουργούσε.

Μετά τις σύγχρονες ανακαλύψεις γνωρίζουμε ότι ο σημερινός άνθρωπος της Δύσης μέσω της Αναγέννησης έχει αναπτύξει δύο δεξιότητες που δεν είχε ο αρχαίος. Η μία είναι το εσωτερικό πεδίο αναφοράς ως συνείδηση, και η άλλη είναι η λειτουργία της εικονοποιήσεως. (Symbol formation).

Όταν λοιπόν ο σύγχρονος άνθρωπος κοιτάζει κάτι δημιουργεί μέσα του ένα είδωλο αντεστραμμένο το οποίο ερεθίζει το οπτικό του νεύρο δημιουργώντας στη συνείδηση του μια εικόνα. Η διαφορά της κατανοήσεως απ το απλό κοίταγμα έγκειται στον βαθμό τον οποίο ο καθένας μας μπορεί να ερμηνεύσει και να ενσωματώσει μέσα από αυτές τις εικόνες τον κόσμο που τον περιβάλλει, για αυτο τον λόγο μετά από φαινόμενα φυσικών η πολιτικών κρίσεων ενός λαού, έχουμε διαφορετικές αντιδράσεις των υποομάδων που τον συναποτελούν.

Για ανθρώπους ας πούμε που αδυνατούν να κοιταχτούν μέσα τους, αδυνατούν δηλαδή να αναλάβουν τις ευθύνες των πράξεων τους, οτιδήποτε τους συμβαίνει στη ζωή φαίνεται σαν να προέρχεται από κάπου αλλού με αποτέλεσμα να φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι. Το ίδιο συμβαίνει στους ψηφοφόρους των ακραίων κομμάτων του Φασισμού και του Κομμουνισμού οι οποίοι επειδή αδυνατούν να αλλάξουν τον εαυτό τους προσπαθούν με τη βία να αλλάξουν τους άλλους ώστε να εναποθέτουν τον φόβο του διωκτικού τους άγχους και του άγχους χωρισμού που τους δημιουργούν κάθε φορά οι αλλαγές, τις οποίες εκφράζουν ως καταστροφές ανθρώπων η πραγμάτων, όπως οι Λουδίτες στη πρώτη βιομηχανική επανάσταση η οι σύγχρονοι ροπαλοφόροι των ακραίων κομμάτων, στην «αιώνια επαναφορά στο ίδιο» για να θυμηθούμε και τον Νίτσε.

Πως ερμηνεύει η ψυχανάλυση όλα αυτά τα φαινόμενα βίας λοιπόν;

Σύμφωνα με τη θεωρία της ψυχανάλυσης όλοι μας ως βρέφη διακατεχόμεθα από αισθήματα εκμηδένισης και θρυμματισμού. Ο ρόλος της μητέρας είναι διττός.

Ο πρώτος ρόλος της είναι αυτός του κιβωτίου (container) το οποίο χωράει και αποτοξινώνει όλα αυτά τα αισθήματα εκμηδένισης και θρυμματισμού, που το παιδί μεταφορικά με το κλάμα μεταφέρει μέσα της και τα οποία στη συνέχεια ενδοβάλει το παιδί αποτοξινωμένα και έτοιμα να ενσωματωθούν και να αναπτύξουν την εσωτερική χωρητικότητα του.

Ο δεύτερος ρόλος είναι η ίδια η λειτουργία της αποτοξίνωσης η οποία με την σκέψη περνάει στο παιδί το οποίο μαθαίνει σιγά-σιγά καθώς δημιουργεί χώρο μέσα του για την σκέψη, να καταφέρνει μέσα από αυτήν (την σκέψη) να αποτοξινώνει μόνο του τα αισθήματα εκμηδένισης και θρυμματισμού, δημιουργώντας αντίστοιχες πνευματικές εικόνες οι οποίες το χωράνε στο νόημα τους, καταφέρνοντας με τον τρόπο αυτό να εξασφαλίζει στο Εγώ του την διαρκή λογική του συγκρότηση.

Γεννιόμαστε λοιπόν με αισθήματα μηδενισμού και θρυμματισμού τα οποία επεξεργαζόμενα καταλλήλως από την μητέρα και στη συνέχεια από εμάς καταφέρνουμε να τα αποτοξινώσουμε και να τα μετατρέψουμε σε εικόνες με νόημα οι οποίες μας χαρίζουν την ισορροπία του εγώ μέσα από την ενσωμάτωση τους η οποία διασφαλίζει την λογική, της πνευματικής μας συγκρότησης.

Συνεπώς, από τη μητέρα παίρνουμε δύο πράγματα. Το Hardware (κιβώτιο για να χωράμε μέσα μας τη σκέψη) και το Software ( δηλαδή το λειτουργικό πρόγραμμα της ίδιας της σκέψης υπό μορφή δυνατότητος εικονοποιήσεως της εξωτερικής πραγματικότητος)

Αν για τον οποιονδήποτε λόγο το ενδιάμεσο στάδιο της επεξεργασίας των αισθημάτων μηδενισμού και θρυμματισμού δεν καταφέρει να τροποποιηθεί είτε εν μέρει είτε καθ ολοκληρίαν, τότε το παιδί αναγκάζεται να ενδοβάλει τα εν λόγω αισθήματα μη αποτοξινωμένα, μαζί με την αδυναμία από πλευράς της μητέρας του, της λειτουργικότητος του μηχανισμού συμβολοποιήσεως της σκέψης, προς αποτοξίνωση.

Στις περιπτώσεις αυτές έχουμε το φαινόμενο στο οποίο πρώτος αναφέρθηκε ο Andre Green ( On Private Madness, chapter 7 The Dead mother ) και το οποίο δεν αποκλείεται να κρύβεται πίσω από τη αποτρόπαια και καταδικαστέα αυτή πράξη των Ρομά.

Σε αντίθεση με τον συμβολισμό στον οποίο παραπέμπει η φράση «Νεκρή Μητέρα» πρόκειται ουσιαστικά για μια ολοζώντανή μαμά μεσα του, ως αληθινή ψυχική εικόνα, η οποία όμως δεν μπορεί να το χωρέσει και να αποτοξινώσει τους παιδικούς φόβους του παιδιού το οποίο έχει υπό την επίβλεψή της.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το παιδί να δημιουργήσει μέσα του μια ασυνεήδητη ενοχή που το ρίχνει σε μελαγχολία, σε αντίθεση με τη συνειδητη κατάθλιψη στην οποια πέφτει το παιδί όταν συμβει κάτι στην φυσική του μητέρα

Αυτή η ενοχή σε αντιμετωπίσιμες συνθήκες καταπολεμάται και διαλύεται με καταστροφικές δυνάμεις που διαθέτει ο οργανισμός και οι οποίες δρουν επι των ενοχών όπως τα γαστρικά υγρά στη πέψη.

Όταν όμως οι ψυχικές εναντιώσεις της ενοχής ξεπεράσουν ένα ορισμένο επίπεδο διαχειρίσεως και λόγω των εσωτερικών αναπτυσσομένων πιέσεων απειλήσουν την πνευματική συγκρότηση του παιδιού, ένας άλλος αμυντικός μηχανισμός ενεργοποιείται ο οποίος κάνει δύο πράγματα. 1.Αποκόπτει την επαφή της ενοχής από την σκέψη και 2. Διοχετεύει το παραχθέν ψυχικό ενεργειακό δυναμικό μέσα στο σώμα ώστε να προστατεύσει το μυαλό από την απότομη αύξηση της πίεσης.

Αυτά τα ψυχικά ενεργειακά δυναμικά μέσα στο σώμα μας οι ψυχαναλυτές τα ονομάζουν «νησιά πόνου» κι όπως εξηγεί η Αϊζενστάϊν στο βιβλίο της «Psychoanalytic’s today» αποτελούν τη βάση των ψυχοσωματικών προβλημάτων που απασχολούν λίγο πολύ τους περισσότερους εξ ημών στις ημέρες μας με τον εναν η τον άλλο τρόπο.

Στις περιπτώσεις των ψυχοσωματικών φαινομένων ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν οι άνθρωποι είναι ασυνείδητος και ψυχαναγκαστικά σωματικός, επειδή ακριβώς θέλουν να βγάλουν από μέσα τους κάτι που το αισθάνονται νεκρό, αλλά δεν το χωρά ο νους τους για να το σκεφθούν και να το εικονοποιήσουν ώστε να πάψει να τους πιέζει.

Αυτό στην ψυχανάλυση είναι το λεγόμενο (concrete thinking) είναι οι στιγμές που οι αναλυόμενοι μέσα στο ψυχαναλυτικό δωμάτιο από έναν παράξενο λόγο που δεν μπορούν να εξηγήσουν κομπιάζουν και μένουν παγωμένοι.

Τότε οι αναλυτές καταλαβαίνουν ότι η αφήγηση έχει αγγίξει κάποιο νησί πόνου του αναλυόμενου η της αναλυόμενης.

Αν τα όσα αναφέρουμε έχουν κάποια βάση αληθείας, τότε αυτό που μπορεί να έχει συμβεί είναι το εξής:

Οι ασυνείδητες ψυχαναγκαστικές σωματικές αντιδράσεις καλούνται να διαχειριστούν τις καταστροφικές δυνάμεις που έχει αναπτύξει ήδη ο οργανισμός στην προσπάθεια του να καταπολεμήσει την ενοχή μέσα από το σώμα.

Από τις κλινικές παρατηρήσεις έχουν καταγραφεί δύο γενικές αντιδράσεις. Αν οι καταστροφικές δυνάμεις στραφούν προς τα μέσα οδηγούν σε αυτοκτονία, και αν στραφούν προς τα έξω οδηγούν σε δολοφονία.

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε απόλυτη ταύτιση (identification) του παιδιού με την «νεκρή μαμά» ως ασυνείδητη εικόνα μέσα του οπότε σκοτώνοντας τον εαυτό του νομίζει ότι απαλλάσσεται ουσιαστικά από τη νεκρή μητέρα του καθώς δεν λειτουργεί η συνείδηση του για να τα διαφοροποιήσει.

Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε φαινόμενα δολοφονιών καθώς τα παιδιά ταυτίζουν τη νεκρή μαμά με μια ξένη γυναίκα, προβάλλοντας την εικόνα της νεκρής επάνω της.

Με τον τρόπο αυτό το νεκρό πράγμα μεσ τους τώρα είναι εκτός τους.

Ιδωμένη από αύτη την σκοπιά η πράξις των Ρομά ίσως να έσωσε τη ζωή κάποιας τυχερής γυναίκας.

Με την εκταφή κατάφεραν να γεμίσουν τη νεκρή, προβολικά με τις δικές τους μη διαχειρίσιμες καταστροφικές δυνάμεις και κοιτώντας την, να πεισθούν ότι δεν θα τους βασανίζει πλέον μέσα τους ως νεκρή.

Για αυτό και την εβαλαν καθιστή σε κοινή θέα. Γνωρίζετε πολλούς που πανε να κλέψουν να εμφανίζουν σε κοινή θεα τις πραξεις τους αντι να τις κρυβουν στο σκοταδι;

Θα ακουστούν και θα γραφούν πολλά, το σημαντικό όμως θα παραμένει ένα, και δεν θα έχει καμία σχέση ακόμη και με αυτά που θα πουν οι ίδιοι, καθώς θα έχει σχέση με αυτά που αγνοούν, και που ως εκ τούτου δεν μπορούν να πουν, δηλαδή τα εσωτερικά τους Εξάρχεια.

Όταν πας να κλέψεις κοιτάς πως θα κρύψεις αυτο που κάνεις δεν κοιτάς πως θα το καταστήσεις περίβλεπτο.

Τα εσωτερικά τους Εξάρχεια τους έκαναν και παλινδρόμησαν στην αρχαϊκή ματιά μέσα από μια σύγχρονη τραγωδία.


Σαπφώ και Ελύτης Στέλιου Ράμφου («Η Καθημερινή» – 7 Ημέρες», 3 Οκτ. 1999)

 

Ο αρχαίος και ο μεσαιωνικός κόσμος έφθαναν στην αισθητική χαρά από δρόμους που σήμερα έχουν χορταριάσει. Εννοώ τα μετρικά ή γλωσσικά στερεότυπα και τα σύμβολα, μορφές μεσολαβητικές που αγνοούσαν την άμεση ψυχική επαφή του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Την αμεσότητα της εκφράσεως και την θερμότητα των καλλιτεχνικών τρόπων αναζήτησε η Δύσις προς τα τέλη του Μεσαίωνος, υπό την πίεσι της ατομικότητος, η οποία τότε μόλις άρχισε ν’ αναπτύσσεται και ν’ αντιπαρατίθεται στην συνείδησι του ομαδικού βίου και στα ψυχρά μέσα του – χρώματα είτε σχήματα λόγου. Το υποκειμενικό αίσθημα στηρίχθηκε στην δυναμική παρου¬σία των ρωμανικών λογοτεχνιών και έτσι επιβλήθηκε.

Αυτά όλα, προϊόντος του χρόνου και του νεωτέρου πολιτισμού, ξεχάσθηκαν. Επειδή όμως τα έργα της Αρχαιότητος έμειναν πρότυπα αιώνια, η λήθη άφησε πίσω της ένα αισθητικό κενό που ταλαιπωρεί την σχέσι μας με το κλασικό παρελθόν. Το κενό εμφανίζεται για τα γράμματά μας οδυνηρά στις μεταφράσεις των αρχαίων λογοτεχνικών κειμένων, από τις οποίες κατά κανόνα λείπει η επίγνωσι των εκφραστικών πλασμάτων της ψυχρότητος, για να πρυτανεύση η μεταφορά των πρωτοτύπων κατ’ ευθείαν στο βιωμένο αίσθημα. Διαφεύγει ότι στην αρχαία, όπως άλλωστε στην εκκλησιαστική και την δημοτική μας ποίηση, προέχει η δύναμις των γεγονότων και όχι κάποια ψυχολογική τους μεταγραφή. Τού¬το εις βάρος κοιτασμάτων αισθήματος, που ενεργοποιούμενα θα πλούτιζαν την φράσι με την πλαγία θερμότητα των όρων της ψυχρότητας.

Στην κρυστάλλινη επιφάνεια μιας γλώσσας, την οποία οι άνθρωποι ζούσαν ως στοιχείο της φύσεως, κυριαρχούσαν τα πράγματα και όχι τα συναισθήματα. Την συγκίνηση δεν προκαλούσε η εσωτερική πρόσληψι αλλά η υλική πίεσι των εικόνων και των λέξεων – η έκπληξη.

Συνέχεια

Στέλιος Ράμφος, Λιάνα Κανέλλη, Χρήστος Γιανναράς, Mega, 1997.

Με αφορμή ερώτηση του Χρήστου Γιανναρά σε συζήτηση για την παιδεία στην Ελλάδα και το περιεχόμενο των εκπαιδευτικών βιβλίων στην εκπομπή του Mega με την Λιάνα Κανέλλη το 1997, παρουσία δύο εκπροσώπων του Παιδαγωγικού ινστιτούτου, ο Στέλιος Ράμφος αποκαλύπτει ότι σε σχετική μελέτη που είχε αποστείλει από το 1982 στο παιδαγωγικό Ινστιτούτο εξηγούσε ακριβώς πως έπρεπε να γραφούν τα σχολικά βιβλία με βάση τη στρατηγική καθορισμού προτύπου ικανού και υπευθύνου ανθρώπου, που θα ελάμβανε υπ όψιν της το πλούσιο συναίσθημα που διαθέτουμε ως λαός σε συνεργασία με την λογική την κριτική ανάλυση και την έρευνα οι οποίες θα εξασφάλιζαν την πολιτισμική μας εκτίναξη εντός των πλαισίων της Ευρωπαϊκής προοπτικής μας. (Στο video που ακολουθεί ολόκληρη η συζήτηση)

 

Ήτανε άδικο και έγινε απραξία. Γιώργου Θαλασσινού.


Μια ψυχαναλυτική και πολιτισμική ματιά στα γενεσιουργά αίτια της καθήλωσης μας σ ένα ασάλευτο παρόν. (3 7 2019).

 

Ψυχανάλυση είναι η ερμηνευτική εκείνη επιστήμη (όπως η φιλοσοφία και η κοινωνιολογία με τα αντίστοιχα επιστητά) η οποία ασχολείται με τους μηχανισμούς λειτουργίας του ανθρωπίνου πνεύματος.

Ο ιδρυτής της o Freud (1856-1939) στις αρχές της καριέρας του από τις εμπειρίες που είχε από αναλυόμενες πίστευε ότι ζούσε σε μια κοινωνία ανωμάλων ανθρώπων καθώς όλες τους του καναν παράπονα ότι βιάσθηκαν από τον πατέρα τους η από κάποιον άλλο συγγενή. Αυτό τον έκανε να γράψει το 1895 το βιβλίο του «Μελέτες για την Υστερία» ( Υστερία= μη ελεγχόμενα συναισθήματα που ξεχειλίζουν ) καθώς πίστευε ότι η υστερία ήταν μια μετά-τραυματική  αντίδραση του πραγματικού βιασμού που είχαν υποστεί οι γυναίκες σύμφωνα με τις περιγραφές τους, από τους οικείους τους η οποία έβρισκε μια βίαιη διέξοδο υπό την  μορφή υστερικής κρίσης. Στη συνέχεια όμως ανεκάλυψε ότι εκτός ορισμένων περιπτώσεων οι υπόλοιπες αφηγήσεις βιασμού ήταν φανταστικές. Αυτή του η ανακάλυψη τον είχε απογοητεύσει βαθύτατα καθώς ως επιστήμονας δεν μπορούσε να θεραπεύσει μια «ασθένεια» στο χώρο της φαντασίας χωρίς σύμπτωμα με αναφορά στη πραγματικότητα.

Συνέχεια

Η εικόνα του καθρέφτη. Γιώργου Θαλασσινού. (1-5 2019)

 

Όταν παίρνεις ταυτότητα εισερχόμενος μέσα σε ένα ορισμένο εκ των προτέρων κοινωνικό σχήμα το οποίο καθορίζει τη ζωή σου ως ρόλου, αγκυλώνεσαι και πεθαίνεις μαζί του στην υλικότητα σου, καθότι η κρυσταλλωμένη του αλήθεια εν είδει δόγματος δεν επιδέχεται συζήτηση για βελτίωση, και σε καταδικάζει στο ασάλευτο παρόν του επειδή κάθε δόγμα ως χρόνο της μοναδικής κρυσταλλωμένης του αλήθειας, αντιλαμβάνεται μόνο την εσχατολογική του αιωνιότητα, δηλαδή την απουσία ιστορικού και δημιουργικού χρόνου.

Αντίθετα στη Δύση της Αναγεννήσεως δηλαδή της ανακαλύψεως της συνειδήσεως ως ατομικού εσωτερικού βάθους που χωράει τη σκέψη και το αίσθημα ευθύνης πέρα από τον γνωστό, ο άνθρωπος αποκτά ταυτότητα όχι από ένα εξωτερικό σχήμα που τον καθορίζει ως κοινωνική συνείδηση και ρόλο μέσα σε μία κοινωνία, συνεκτικός ιστός της οποίας είναι η μερικότης του αίματος και του τόπου, και που εκδηλώνεται ως ευθύνη απέναντι μόνο στον γνωστό, τον συγγενή, τον κουμπάρο , αλλά από την εσωτερική του συνείδηση εντός του κράτους ως πνευματικής κατηγορίας, και ως πολιτικού εγγυητού της κοινωνικής συνοχής, με σκοπό το γενικό καλό, το οποίο εκδηλώνεται μέσα από ένα θεσμικό πλαίσιο που ισχύει το ίδιο για όλους ως ευθύνη απέναντι και στον άγνωστο.

Η μερικότης της φυλετικής ενώσεως των προνεωτερικών κοινωνιών όπως η δική μας, δεν επιτρέπει το πέρασμα από την υλικότητα της σχέσης της συγγενείας εξ αίματος, στην πνευματικότητα της σχέσης ατόμου προς τον εαυτό του, και στη συνέχεια ανοίγματος μέσω του θεσμικού πνευματικού πλαισίου στην ευθύνη προς τον άγνωστο.

Ο προγραμματισμός πρέπει να αρχίσει από την παιδεία. Να τεθεί ως στόχος δημιουργίας ο άνθρωπος με εσωτερική διάσταση και χώρο, και πάνω σ αυτόν τον προγραμματισμό να εκπονηθεί το πρόγραμμα των μαθημάτων. Αντί αυτού κάθε φορά αλλάζουμε τις διαδικασίες.

Ο λόγος που γίνεται αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ενδόμυχα δεν θέλουμε να αλλάξει τίποτα, και ουσιαστικά μετατρέπουμε την διαδικασία σε σκοπό. Η σύγχρονη επιστήμη της κοινωνικής ανθρωπολογίας και ψυχολογίας που μελετά το φαινόμενο έχει ανακαλύψει ότι έχουμε ως κοινωνία πολιτισμικά στοιχεία που φέρουν συγκεκριμένες φυλές του Αμαζονίου, για να καταλάβει κανείς πόσο δύσκολες είναι αυτές οι μεταβάσεις από τον εξωτερικό κόσμο της ύλης, στον εσωτερικό κόσμο της πνευματικότητος και από την αίσθηση του μεγαλείου της αιωνιότητος και της σπουδαιότητος μας, στη δημιουργία του ανθρώπου της εσωτερικότητος με την καθολικότητα του αισθήματος απέναντι στον άγνωστο και όχι την μερικότητα της φυσικής επαφής απέναντι μόνο στον γνωστό.

Μια που ζούμε στον αιώνα της τεχνολογίας θα χρησιμοποιήσω τεχνολογικούς όρους για να σκιαγραφήσω τις διαφορές μεταξύ Δυτικού και Ανατολικού ανθρωπότυπου, η αλλιώς νεωτερικού εξατομικευμένου ατόμου και ανατολικού ομαδικού μεσαιωνικού ανθρώπου.

Την ανθρώπινη υλικότητα μας θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε σαν το Hardware μας και την κουλτούρα μας σαν το software μας.

Στην Ανατολή όπως και στη Δύση το πρώτο software παραδόθηκε με έναν μυστηριώδη και συμβολικό τρόπο στους ανθρώπους με βάση τον οποίο διεμορφώθει η κουλτούρα και η νοοτροπία τους, ας το ονομάσουμε λογισμικό Dos.

Στην Ανατολή η ουσιαστικοποιημένη ιερότης η οποία επιβάλει ως μοναδικό τρόπο της επικοινωνίας με το Θείο την προσευχή, απαγορεύει την παρέμβαση του ανθρωπίνου παράγοντα στην εξέλιξη του λογισμικού, καταργώντας στην ουσία την ανθρώπινη πράξη στον ιστορικό της χρόνο δογματικά. Με τον τρόπο αυτό η Ανατολή είναι καταδικασμένη να δουλεύει στο Dos.

Η Δύση η οποία κατάφερε μέσω της Αναγέννησης, την αναφορά στο πραγματικό, ανεκάλυψε και δεύτερο τρόπο επικοινωνίας με το Θείο πέρα από την προσευχή που τον ονόμασε λογική, τον θεώρησε ως εμβίωση της προσευχής, και έφερε την Θεία ενέργεια της αιωνιότητος μέσα στον ιστορικό χρόνο των ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό η ανθρώπινη πράξη όχι μόνο δεν καταργήθηκε όπως συνέβη στη Ανατολή, του «έχει ο Θεός», αλλά αναγεννά συνέχεια το έργο του Θεού μέσα από την ανθρώπινη δημιουργία, ως δείγμα ευγνωμοσύνης της ζωής που εκείνος χάρισε στους ανθρώπους, δηλαδή της Θείας Χάριτος.

Με αυτό τον δημιουργικά παρεμβατικό τρόπο στο αρχικό έργο του Θεού η Δύση έφτασε στα Windows και συνεχίζει.

Στη Δύση η Χάρις ερμηνεύτηκε ως δημιουργικό αντίδωρο αυτενέργειας και πράξης, στη Χάρη της ζωής του Θεού προς τους ανθρώπους, και στην Ανατολή ως Μάννα εξ ουρανού που καταλήγει σε επιδόματα και δικαιώματα απραξίας.

Στη Δύση οι άνθρωποι μέσα από την δημιουργική τους αυτενέργεια γίνονται Χάρις, ενώ στην Ανατολή οι άνθρωποι μέσα από την αυτονόμηση του τυποτελετουργικού και του δογματισμού της προσευχής, ζητάνε Χάριν.

Και είναι πολύ μεγάλη η διαφορά του να γίνεσαι δημιουργικά Χάρις, από του να ζητάς παθητικά Χάριν. Τόση μεγάλη όσο η διαφορά μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Έτσι λοιπόν η Δύση με τα λάθη της (Χίτλερ, απόλυτη λογική) προχώρησε στον ανθρωπότυπο του υπεύθυνου δημιουργικού ανθρώπου της αυτενέργειας και η Ανατολή με τα δικά της (Στάλιν, απόλυτο συναίσθημα) έμεινε στον ανθρωπότυπο του ανεύθυνου καχύποπτου φοβικού χωρίς αυτοεκτίμηση ανθρώπου, που περνάει τη ζωή του ζητώντας παροχή υπό μορφήν «Χάριτος» παρερμηνεύοντας ίσως τη φράση «δούλος του Θεού» και παραδίδοντας τον εαυτό του εθελόδουλα στους Λαϊκιστές, από τους οποίους αναμένει επιδόματα και δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις.

Αν όλα αυτά που αναφέρονται ανωτέρω έχουν κάποια βάση γεννάται εύλογα το ερώτημα: επιχειρήθηκε ποτέ αυτό το γεφύρωμα της Δύσης με την Ανατολή και αν ναι πότε και σε ποιον τομέα. Η απάντηση είναι πως ναι, επιχειρήθηκε και μάλιστα επιτυχώς στον τομέα της τέχνης. Τι έγινε δηλαδή ακριβώς και που; Όπως μας πληροφορεί η έρευνα παρόμοια πολιτισμική σύνθεση έγινε από τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο.

Ο γνωστός σε όλους μας El Greco έφυγε από το Βυζάντιο όπου σπούδασε ζωγραφική επειδή απ την Βυζαντινή αγιογραφία έλειπε το ανθρώπινο σώμα. Πήγε λοιπόν στη Φλωρεντία όπου το βρήκε καθώς, την εποχή εκείνη οι ζωγράφοι στη Δύση μελετούσαν το ανθρώπινο σώμα διενεργώντας νεκροτομές.

Στη συνέχεια δε, όχι μόνο δεν έχασε την πολιτισμική του ταυτότητα, αλλά διατηρώντας την ακεραία, ζωγράφισε το ανθρώπινο σώμα θεωρώντας το ως δοχείον της Θείας χάριτος, (Σε τρεις δηλαδή διαστάσεις που επιτρέπουν την δεξίωση σε μια πραγματική σωματική και καθολική χωρητικότητα όπως η συνείδηση που ακολούθησε) και φωτίζοντάς το από μέσα, σε αντίθεση με όλους τους δυτικούς ζωγράφους που φώτιζαν τις φιγούρες των έργων τους απ έξω, θεμελίωσε εντός του Δυτικού Πολιτισμού, την πολιτισμική του διαφορά ως προσωπική του ταυτότητα.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι, από τη στιγμή που οι νέοι μας φεύγουν πληγωμένοι και απογοητευμένοι από την Ελλάδα και καταφέρνουν στις χώρες της Δύσης όπου μεταναστεύουν να προοδεύουν, και να εξελίσσονται, σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι εγγενές αλλά είναι πρόβλημα νοοτροπίας, και άρα μπορεί να βρεθεί λύσις. Και ίσως η κρίση που περνάμε μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε την τρίτη διάσταση, της ίδιας της πραγματικότητος που μας λείπει ως λογική, και αγκαλιάζοντας την Βυζαντινή μας παράδοση, μας οδηγήσει στην πραγματική μας Ανάσταση ως Ελληνικό Εθνος.

Ας αφήσουμε λοιπόν στον σταυρό τον άπραγο ιδιώτη εαυτό μας στην μερικότητα του ασάλευτου παρόντος του στις δύο διαστάσεις, όπως ακριβώς έκανε και ο πρόγονός μας El Greco, κι ας αγκαλιάσουμε το μήνυμά του μέσα από την αθανασία της δημιουργίας του, που δεν είναι άλλο απο την προτροπή του να μην λησμονούμε, πως είναι άλλο πράγμα να γίνεσαι Χάρις και άλλο να ζητάς Χάριν.